Β΄ Εθνοσυνέλευση και Β΄ Βουλευτικό

Επαρχία Σαντορίνης, Ανάφης και Αστυπαλαίας

Ανάδειξη αντιπροσώπων

Με βάση τον εκλογικό νόμο της 9ης Νοεμβρίου 1822 και τη διακήρυξη του Εκτελεστικού Σώματος της ίδιας ημέρας, προκηρύχθηκαν εκλογές για το Β΄ Βουλευτικό, ωστόσο η Διοίκηση τελικά προχώρησε στη σύγκληση της Β΄ Εθνοσυνέλευσης στις 29 Μαρτίου 1823.

Για την εκλογική διαδικασία στα νησιά που κατόπιν αποτέλεσαν την επαρχία Σαντορίνης, Ανάφης και Αστυπαλαίας δεν εντοπίστηκαν πληροφορίες. Από τα πρακτικά της εθνοσυνέλευσης επιβεβαιώνεται η συμμετοχή στις συνεδριάσεις των Χριστόδουλου Δακορώνια, Αντωνίου Μανολέσου και Αντωνίου Μπαρμπαρήγου από τη Σαντορίνη.

Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της, συγκροτήθηκε σε σώμα το Β΄ Βουλευτικό, το οποίο αποφάσισε, στο πλαίσιο της αναδιάταξης του επαρχιακού χάρτη της επικράτειας, τη δημιουργία επαρχίας αποτελούμενης από τα νησιά Σαντορίνη, Αστυπάλαια και Ανάφη. Η νέα επαρχία εξέλεξε τον παραστάτη της για το Β΄ Βουλευτικό με καθυστέρηση και μάλιστα ανήκε στις επαρχίες εκείνες τις οποίες το Υπουργείο Εσωτερικών χρειάστηκε να διατάξει με έγγραφό του στις 9 Ιουνίου 1823 να επισπεύσουν την εκλογή και την αποστολή του αντιπροσώπου τους.

Γνωρίζουμε ότι ως παραστάτης της επαρχίας εξελέγη αρχικά, σε άγνωστη ημερομηνία, σε συνθήκες τοπικής πολιτικής πόλωσης, ο ιερέας Ιάκωβος Βαθόγλους, πρωτοπαππάς της Σαντορίνης, ο οποίος αναγνωρίστηκε ως νόμιμος παραστάτης από τον τοπικό έπαρχο, αλλά είχε την αποδοχή της μίας μόνο φατρίας του νησιού. Στις 22 Ιουνίου 1823 πέντε πρόκριτοι της Σαντορίνης υπέβαλαν από την Τριπολιτσά, όπου βρίσκονταν, μία αναφορά στο Βουλευτικό εναντίον του, στην οποία ο εκλεγείς χαρακτηριζόταν άνθρωπος άσημος και δίχως προτερήματα, ανίκανος για το βουλευτικό αξίωμα, αχρείος και υπαίτιος για τις ταραχές στο νησί. Στις 23 και 24 Ιουνίου το σώμα συζήτησε το ζήτημα και αποφάσισε να μην κάνει δεκτό τον Ιάκ. Βαθόγλου, μέχρι να προσκληθούν στην έδρα της κεντρικής διοίκησης και να εξεταστούν εκπρόσωποι και των δύο φατριών για τη μεταξύ τους διαφορά. Ως εκ τούτου, του επεστράφη το παραστατικό έγγραφο της εκλογής του και δόθηκε η εντολή στο Υπουργείο Εσωτερικών να εκδώσει τις αναγκαίες διαταγές. Στις 27 Ιουνίου 1823 δύο αντιπρόσωποι της Σαντορίνης κατήγγειλαν με αναφορά τους την απόφαση του σώματος ως παράνομη, επειδή στερούσε ένα ολόκληρο νησί από την αντιπροσώπευση στο Βουλευτικό λόγω της ύπαρξης κατηγοριών εναντίον συγκεκριμένων ατόμων.

Σε εφαρμογή της απόφασης του Βουλευτικού, το υπουργείο στις 28 Ιουνίου 1823 ανακοίνωσε στον έπαρχο Σαντορίνης ότι η κεντρική διοίκηση δεν επρόκειτο να αναγνωρίσει τον αποσταλέντα παραστάτη πρωτοπαππά Ιάκωβο Βαθόγλου προτού εξεταστεί η διαφορά των δύο φατριών για να διαπιστωθεί ποιος ήταν ο νόμιμος παραστάτης. Σε απάντηση, ο έπαρχος Σαντορίνης, Ανάφης και Αστυπαλαίας Δ. Δραγωνάκος με αναφορά του προς το υπουργείο για τις εναντίον του κατηγορίες στις 16 Ιουλίου 1823 διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι η κεντρική διοίκηση δεν είχε κάνει δεκτό το νόμιμο παραστάτη που είχε στείλει η κοινότητα, με έγγραφα υπογεγραμμένα από τους δημογέροντες και σφραγισμένα με την κοινοτική σφραγίδα, και κάλεσε την κυβέρνηση να δείχνει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον ίδιο, ως εκπρόσωπό της, και όχι σε λίγα κακεντρεχή άτομα.

Φαίνεται ότι στην υπόθεση δεν δόθηκε κάποια συνέχεια και η επαρχία Σαντορίνης, Ανάφης και Αστυπαλαίας, στην οποία οι φατριαστικές διαμάχες συνεχίζονταν αμείωτες, περιλήφθηκε σε δύο προβουλεύματα που αναγκάστηκε να απευθύνει το Βουλευτικό, στις 11 και 15 Οκτωβρίου 1823, σε όσες επαρχίες δεν είχαν ακόμα ολοκληρώσει τη διαδικασία της εκλογής προκειμένου να επισπεύσουν την ανάδειξη των παραστατών τους.

Τελικά πραγματοποιήθηκε νέα εκλογή σε άγνωστη ημερομηνία, πριν πάντως από το τέλος του έτους, από την οποία αναδείχθηκε ως παραστάτης Σαντορίνης, Ανάφης και Αστυπαλαίας ο Νικόλαος Δεναξάς, ο οποίος στις 15 Δεκεμβρίου 1823 ενημέρωσε το Βουλευτικό ότι είχε εκλεγεί προ ημερών παραστάτης και ότι μετέβαινε για να αναλάβει τα καθήκοντά του, όταν πειρατές του επιτέθηκαν κοντά στην Ύδρα και του αφαίρεσαν όλα του τα υπάρχοντα, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να επιστρέψει στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Μολονότι ο Δεναξάς υποσχέθηκε να μεταβεί σύντομα στην έδρα της επαναστατικής διοίκησης, ουδέποτε εμφανίστηκε για να αναλάβει τα καθήκοντά του. Από μια αναφορά προς το Υπουργείο Εσωτερικών του νέου επάρχου Σαντορίνης, Ανάφης και Αστυπαλαίας Ιωάννη Κοκκώνη, με ημερομηνία 8 Μαρτίου 1824, προκύπτει ότι ο Δεναξάς αδυνατούσε, μετά την καταστροφή που υπέστη, για οικονομικούς λόγους να αναχωρήσει από τη Σαντορίνη. Στο ίδιο έγγραφο ο έπαρχος διατύπωσε την εικασία ότι η απροθυμία της κοινότητας να συνδράμει οικονομικά τον εκλεγέντα παραστάτη για να μεταβεί στο Βουλευτικό έδειχνε ότι οι κάτοικοι δεν ήταν ευχαριστημένοι από αυτόν και γι’ αυτό δεν ενδιαφέρονταν να τους αντιπροσωπεύσει στις εργασίες του σώματος.

Ως αποτέλεσμα, η επαρχία Σαντορίνης, Ανάφης και Αστυπαλαίας έμεινε δίχως βουλευτική εκπροσώπηση για ολόκληρη ουσιαστικά τη Β΄ Περίοδο. Μόλις λίγες ημέρες πριν από τη λήξη της, στη συνεδρίαση του Βουλευτικού της 24ης Σεπτεμβρίου 1824, αναγνώστηκε ενώπιον της ολομέλειας παραστατικό έγγραφο εκλογής με το οποίο ο Ευαγγέλης Μαντζαράκης, ο οποίος είχε εκλεγεί ήδη από το Μάιο του 1824 για να αντιπροσωπεύσει την επαρχία στο Γ΄ Βουλευτικό, οριζόταν ως παραστάτης και για το υπόλοιπο της Β΄ Περιόδου.

Πηγές

Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο Υπουργείου Εσωτερικών (περιόδου Αγώνος), φάκ. 14, αρ. 155.

Γενικά Αρχεία του Κράτους, Συλλογή Βλαχογιάννη Α΄, φάκ. 52, αρ. 119.

Γενικά Αρχεία του Κράτους, Συλλογή Βλαχογιάννη Α΄, φάκ. 55, αρ. 76.

Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 2, Αθήνα 1972, σ. 90, 178, 183, 413, 496.

Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 9, Αθήνα 1976, σ. 142-144, 348.

Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. 12, Αθήνα 1979, σ. 115-116.

Πληρεξούσιοι

Δακορώνιας Χριστόδουλος
Μανολέσος Αντώνιος

Παραστάτης

Παραπομπή

Σάκης Δημητριάδης, «Β΄ Εθνοσυνέλευση και Β΄ Βουλευτικό – Σαντορίνης, Ανάφης και Αστυπαλαίας», Α΄ Ελληνική Δημοκρατία. Άτλαντας δημοκρατικών θεσμών και διαδικασιών, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων – Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ – Βιβλιοθήκη της Βουλής, Αθήνα 2022 (ημερομηνία πρόσβασης xx/x/xxxx)